λυσίπονος


λυσίπονος
-η, -ο (AM λυσίπονος, -ον)
αυτός που ανακουφίζει από τους κόπους και τις ταλαιπωρίες
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ λυσίπονον
κολλύριο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λυσι-* + πόνος (πρβλ. δορί-πονος, παυσί-πονος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λυσίπονος — λῡσίπονος , λυσίπονος releasing from toil masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσίπονος — η, ο αυτός που σταματά τον πόνο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λυσι- — (AM λυσι ) α συνθετικό πολλών λ. τής Ελληνικής που ανάγεται στο p. λύω (πιθ. με επίδραση τού τ. λυσανίας*) σχηματίζοντας σύνθ. τού τύπου τερψίμβροτος. Στα σύνθ. αυτά το α συνθετικό λυσι εμφανίζεται με τις σημασίες τής εξασθένησης, χαλάρωσης (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • λυσίπονον — a medicinal unguent neut nom/voc/acc sg λῡσίπονον , λυσίπονος releasing from toil masc/fem acc sg λῡσίπονον , λυσίπονος releasing from toil neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Parmeniskos group — is a conventional term distinguished by V.Grace (1956) to describe a type of pottery (amphorae) produced in Macedon during the 3rd century BC.The capital of Pella appears to be the epicenter for this group s production.Amphorae of this type were… …   Wikipedia

  • λυσιπόνιον — λυσιπόνιον, τὸ (Α) [λυσίπονος] είδος αλοιφής …   Dictionary of Greek

  • λυσιπόνοιο — λυσίπονον a medicinal unguent neut gen sg (epic) λῡσιπόνοιο , λυσίπονος releasing from toil masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιπόνοις — λυσίπονον a medicinal unguent neut dat pl λῡσιπόνοις , λυσίπονος releasing from toil masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιπόνοισι — λυσίπονον a medicinal unguent neut dat pl (epic ionic aeolic) λῡσιπόνοισι , λυσίπονος releasing from toil masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιπόνοισιν — λυσίπονον a medicinal unguent neut dat pl (epic ionic aeolic) λῡσιπόνοισιν , λυσίπονος releasing from toil masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.